Αποδόμηση αβάσιμων θεωριών

Home/Γενικά/Αποδόμηση αβάσιμων θεωριών
apodomisi
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο Ζωή και Υγεία της Εφημερίδας των Συντακτών στην έκδοση του Σαββατοκύριακου 8-9 Ιουλίου

Η διατροφή είναι μια επιστήμη με έντονο ενδιαφέρον η οποία εξελίσσεται. Η βιβλιογραφία της ανανεώνεται συνεχώς από τη στιγμή που υπάρχει ένα δραστήριο κομμάτι του επιστημονικού κόσμου που δουλεύει στον ερευνητικό τομέα.

Οι επιστήμονες της διατροφής, οι διαιτολόγοι, οφείλουν να ενημερώνονται για τις εξελίξεις της επιστήμης τους και συγχρόνως να ενημερώνουν το κοινό. Ένα μεγάλο μέρος των ενημερώσεων του κοινού αποτελεί η διάψευση διατροφικών μύθων που εμφανίζονται κατά καιρούς καθώς και διατροφικών πρακτικών που αποτελούν κίνδυνο για την υγεία των πολιτών και προέρχονται από μη επιστημονικά επιβεβαιωμένες πηγές.

Δυστυχώς, στην εποχή του διαδικτύου, έχει δοθεί βήμα σε πολλούς που άθελα ή ηθελημένα, για τους δικούς τους λόγους προωθούν διάφορες αβάσιμες διατροφικές θεωρίες. Αυτές οι θεωρίες και οι μύθοι δημιουργούνται είτε από διαστρέβλωση κάποιας επιστημονικής έρευνας είτε αποτελούν εξ’ ολοκλήρου αποκύημα φαντασίας. Με το επιστημονικοφανές περίβλημα όμως μπορούν να επηρεάσουν πολύ κόσμο και να έχουν μεγάλη επιτυχία.

Κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί διάφοροι μύθοι που σχετίζονται με τη διατροφή, καθώς και “μαγικά” τρόφιμα στα οποία αποδίδονται θαυματουργές ιδιότητες. Οι πιο συχνές από αυτές είναι η μείωση του βάρους, το “κάψιμο” του λίπους, η απόδοση “ενέργειας και ευεξίας”, η “αποτοξίνωση” και άλλα πολλά και ευφάνταστα. Χρέος του διαιτολόγου είναι να αποδομήσει έναν έναν αυτούς τους μύθους και να ενημερώνει το κοινό για τα εμπεριστατωμένα δεδομένα που υπάρχουν. Σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθούμε με μερικούς από τους πολλούς διαδεδομένους διατροφικούς μύθους.

Μύθος 1ος:
“Το πράσινο τσάι καίει το λίπος”

Καμία μαγική τροφή δεν έχει ακόμα αυτήν την ιδιότητα. Υπήρξαν κάποιες έρευνες που συνέδεσαν το πράσινο τσάι με μια μικρή αύξηση του μεταβολικού ρυθμού. Η αύξηση αυτή ήταν τέτοιου μεγέθους και διάρκειας που δεν είχε καμιά επίπτωση στο βάρος και ακόμα περισσότερο στο λιπώδη ιστό. Όπως αναφέρει και η Lauren McGuckin, εκπρόσωπος τύπου της Ένωσης Διαιτολόγων Αυστραλίας: “Δεν υπάρχουν στοιχεία για να ισχυριστεί κάποιος την ιδιότητα της “καύσης” του λίπους από την πόση πράσινου τσαγιού. Τα στοιχεία είναι αμελητέα.”.

Μύθος 2ος:
“Το αλάτι των Ιμαλαΐων δεν αυξάνει την αρτηριακή πίεση και είναι πιο υγιεινό”

Το αλάτι είναι αλάτι ανεξαρτήτως χρώματος. Όλα τα αλάτια περιέχουν νάτριο χωρίς να υπάρχει ουσιαστική διαφορά στη σύστασή τους. Όπως αναφέρουν πολλές καρδιολογικές ενώσεις: ¨Οι ειδικοί του marketing μπορούν να το προωθούν σαν πιο υγιεινό, αλλά δεν είναι”.

Μύθος 3ος:
“Η μαύρη ζάχαρη δεν παχαίνει”

Καταρχήν να διευκρινίσω ότι υπάρχουν διάφορα είδη ακατέργαστης ζάχαρης. Το χρώμα της είναι ανάλογο του επιπέδου επεξεργασίας. Εκτός του χρώματος αλλάζει και η σύσταση της σε θρεπτικά συστατικά (βιταμίνες και μέταλλα). Η θερμιδική σύσταση της όμως παραμένει σταθερή. Καμία σχέση δεν έχει λοιπόν το χρώμα της ζάχαρης με τη θερμιδική πρόσληψη.

Μύθος 4ος:
“Το τεστ δυσανεξίας έδειξε ότι με παχαίνει το…”

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όχι μόνο οι διαιτολόγοι, αλλά και συνολικά η επιστημονική κοινότητα στη χώρα μας. Τα τεστ δυσανεξίας αποτελούν ξεκάθαρα μια απάτη. Δυστυχώς, στο βωμό του εύκολου χρήματος, πολλοί επιστήμονες υγείας τα χρησιμοποιούν.

H Ένωση Διαιτολόγων Διατροφολόγων Ελλάδος (ΕΔΔΕ) είχε τοποθετηθεί προ τριετίας πάνω στο θέμα των συγκεκριμένων τεστ με επιστολή στο Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας, την οποία είχε συντάξει ο φίλος, συνάδελφος και νυν πρόεδρος της ΕΔΔΕ Δρ. Κανελλάκης Σπύρος. Το 2016 το Υπουργείο Υγείας θα απαντήσει με απόφαση ξεκάθαρη. Αναφέρει λοιπόν: “Η χρησιμοποίηση των τεστ δυσανεξίας σε προγράμματα απώλειας βάρους δεν έχει καμία επιστημονική βάση, αφενός διότι τα τεστ τα οποία χρησιμοποιούνται δεν έχουν διαγνωστική αξία, αφετέρου διότι οι τροφικές δυσανεξίες δεν σχετίζονται με την απώλεια βάρους.” Και συνεχίζει η απόφαση πιο κάτω: “… μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διατροφικές ελλείψεις με τον αποκλεισμό τροφών, οι οποίες σύμφωνα με το τεστ μπορούν να προκαλέσουν τροφικές δυσανεξίες.”. Σε ένα άλλο σημείο η απόφαση του υπουργείου αναφέρει: “Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στο εμπόριο αξιόπιστα και πιστοποιημένα για τη διαγνωστική τους αξία κλινικά τεστ ανίχνευσης διατροφικών δυσανεξιών.”

Αυτοί ήταν μόνο τέσσερις από τους πολλούς μύθους και τιςαβάσιμες διατροφικές θεωρίες ή και απάτες που κυκλοφορούν στον τομέα της διατροφής. Θα χρειάζονταν αρκετές σελίδες για να τους αποδομήσουμε και να τους διαψεύσουμε όλους. Ίσως όμως πρέπει να το κάνουμε. Η επιστημονική κοινότητα οφείλει να προστατέψει το κοινό από την αγυρτεία.